Υπερβολικός /ipɛrvoˈlikos/ Adjective

English
extra
한국어
추가적인 (추가적인 / 과도한)

Example

  • Έφερε **επιπλέον** (πρόσθετες / παραπάνω / έξτρα) προμήθειες για όσους είχαν ξεχάσει τις δικές τους.
  • She brought extra supplies for those who had forgotten theirs.
  • Η λέξη 'επιπλέον' είναι η πιο καθαρή επιλογή εδώ.