Επιρροή /epiroˈi/ Noun

English
influence
한국어
영향력

Example

  • Η πρώιμη δουλειά του φέρει την **επιρροή** του Σεζάν. (Η τέχνη του Σεζάν / Η μαεστρία του Σεζάν / Η σκιά του Σεζάν)
  • His early work shows the influence of Cézanne.
  • Εδώ τονίζεται η πηγή της έμπνευσης.