Επίσημος /epísiːmos/ AdjectiveEnglishformal한국어격식 있는ExampleΗ οικοδέσποινα παρέθεσε ένα **επίσημο** δείπνο για τους πρέσβεις.The couple hosted a formal dinner for the ambassadors.Εδώ τονίζεται η τήρηση του εθιμοτυπικού.