Επιστήμη /episˈtimi/ NounEnglishscience한국어과학ExampleΟι εξελίξεις στην [Επιστήμη] και την τεχνολογία τρέχουν γρήγορα.New developments in science and technology are moving fast.Η λέξη είναι ουδέτερη και ταιριάζει σε κάθε πλαίσιο.