ΚΑΤΟΡΘΩΜΑ /kaˈtorθoma/ Noun

English
achievement
한국어
성취

Example

  • Το μεγαλύτερο επιστημονικό [επίτευγμα] — της δεκαετίας.
  • The greatest scientific achievement of the decade.
  • Εδώ το «επίτευγμα» τονίζει την τεχνική δυσκολία.