Επιτυχημένος /epi.ti.xiˈme.nos/ ΕπιτυχημένοςEnglishsuccessful한국어성공적인ExampleΤο πείραμα ήταν απολύτως [Επιτυχημένος / Ευδοκιμήσας / Πετυχημένος].The experiment was entirely successful.Η λέξη 'απολύτως' ενισχύει την έννοια.