με επιτυχία /me epityˈxía/ Επίρρημα
- English
- successfully
- 한국어
- 성공적으로
Example
- Ο χειρουργός εκτέλεσε **επιτυχώς** την λεπτή επέμβαση. (κατάφερε / πέτυχε / έφερε εις πέρας)
- The surgeon successfully performed the delicate operation.
- Εδώ τονίζεται η ολοκλήρωση χωρίς λάθη.