μόχθος /ˈmoχθos/ NounEnglishlabour한국어노동ExampleΟ σωματικός [μόχθος / κόπος / εργασία] τον άφησε εξαντλημένο.The manual labour left him exhausted.Εδώ τονίζεται η σωματική καταπόνηση.