εργοδότης /eɾɣoˈðotis/ Noun

English
employer
한국어
고용주

Example

  • Η κυβέρνηση είναι ο μεγαλύτερος Εργοδότης (εργοδότης / προσφέρων εργασία / επιχειρηματίας) της χώρας.
  • The government is the country's largest employer.
  • Η χρήση του κεφαλαίου δείχνει έμφαση σε επίσημο πλαίσιο.