Εργοστάσιο /erɣosˈta.sio/ NounEnglishfactory한국어공장ExampleΤο νέο εργοστάσιο παράγει χιλιάδες μικροτσίπ καθημερινά.The new factory produces thousands of microchips daily.Η λέξη είναι ουδέτερη και σύγχρονη.