Ο καθένας /ˈolʲi/ PronounEnglisheverybody한국어모두ExampleΟ καθένας γνωρίζει (ξέρει / αντιλαμβάνεται / αντιλαμβάνεται) πως η εξάσκηση φέρνει την τελειότητα.Everybody knows that practice makes perfect.Η παροιμία είναι παγκόσμια και πολύ οικεία.