Ευλογία /evloˈʝia/ ΟυσιαστικόEnglishblessing한국어축복ExampleΓονάτισαν για να ζητήσουν την [ευλογία] του Θεού.They knelt to pray for God’s blessing.Εδώ η έννοια είναι βαθιά πνευματική, η κλασική χρήση.