εξαιρετικός /e̞kse̞rɛˈtiko̞s/ AdjectiveEnglishexceptional한국어뛰어난ExampleΣτην ηλικία των πέντε, έδειξε **εξαιρετικό** ταλέντο ως μουσικός.At the age of five he showed exceptional talent as a musician.Εδώ τονίζεται η έμφυτη, σπάνια ικανότητα.