Εξελικτικός /ksɛliksiˈkos/ Adjective
- English
- evolutionary
- 한국어
- 점진적인
Example
- Η εξελικτική (προοδευτική/διαμορφωτική) πορεία του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι συναρπαστική.
- The evolutionary process of the human brain is fascinating.
- Εδώ τονίζουμε τη φυσική, χρονική αλλαγή.