εξωτικό /eksoˈtikos/ AdjectiveEnglishexotic한국어이국적ExampleΟ κήπος γέμισε με εξωτικές ορχιδέες. (Τοπική ομορφιά / σπανιότητα)The garden was filled with exotic orchids.Εδώ τονίζουμε την ομορφιά και την προέλευση.