ευφυής /efyˈis/ Adjective

English
intelligent
한국어
지적이다

Example

  • Είναι ένα πολύ [έξυπνη] παιδί.
  • She is a highly intelligent child.
  • Η 'έξυπνη' εδώ τονίζει την άμεση, πρακτική νοημοσύνη.