φαίνομαι /feˈnomɛ/ VerbEnglishseem한국어~보이다 / ~것 같다ExampleΕσύ σήμερα **φαίνεσαι** χαρούμενος.You seem happy today.Η πιο συνηθισμένη χρήση για την έκφραση συναισθήματος.