παράταξη /paraˈtaksi/ Noun
- English
- faction
- 한국어
- 파벌
Example
- Οι αντίπαλες **φατρίες** εντός της διοίκησης μάχονται για τον προϋπολογισμό. (Η **φατρία** του Αλέξανδρου / της Αριστεράς / της Δεξιάς)
- Rival factions within the administration are fighting for the budget.
- Εδώ τονίζεται η εσωτερική σύγκρουση και ο ανταγωνισμός.