φάση /ˈfa.si/ Noun
- English
- phase
- 한국어
- 시기 (Sigi)
Example
- Η κατασκευή βρίσκεται στην τελική της [φάση] — το [τελευταίο στάδιο] / το [τελευταίο κομμάτι].
- The construction is currently in its final phase.
- Το 'τελικό στάδιο' είναι πιο επίσημο, η 'τελευταία φάση' είναι πιο συνηθισμένη.