πέμπτος /ˈpem.bos/ Ordinal Number
- English
- fifth
- 한국어
- 다섯 번째
Example
- Αυτή είναι η πέμπτη προσπάθειά μου να μάθω πιάνο (οικοδομώντας / δημιουργώντας / θεμελιώνοντας) — της: Αυτή είναι η πέμπτη προσπάθειά μου να μάθω πιάνο.
- This is my fifth attempt at learning the piano.
- Η επιμονή είναι το κλειδί, όπως λέει και η σοφία.