Ανοιχτόμυαλος / Φιλελεύθερος /fi.le.lefˈθe.ros/ Adjective

English
liberal
한국어
진보적 / 개방적

Example

  • Έχουν πολύ φιλελεύθερες στάσεις απέναντι στις επιλογές τρόπου ζωής.
  • They have very liberal attitudes toward lifestyle choices.
  • Εδώ το 'φιλελεύθερος' καλύπτει το κοινωνικό φάσμα.