φιλόσοφος /fiˈlosofos/ Noun

English
philosopher
한국어
철학자

Example

  • Ο Σωκράτης είναι ίσως ο πιο διάσημος φιλόσοφος στην ιστορία.
  • Socrates is perhaps the most famous philosopher in history.
  • Η λέξη 'φιλόσοφος' φέρει βάρος σοφίας και ιστορίας.