φλέβα /fleˈva/ Noun
- English
- vein
- 한국어
- 정맥 (Vein) / 맥락 (Context/Vein)
Example
- Η νοσοκόμα βρήκε μια εμφανή [φλέβα] στον πήχη του. (Αγγείο: φλέβα / αγγείο / φλεβίτσα)
- The nurse found a prominent vein in his forearm.
- Η 'φλέβα' είναι η πιο άμεση και κοινή λέξη.