τρομοκρατημένος /tɾomokɾatiˈmeɲos/ Επίθετο

English
frightened
한국어
겁먹은

Example

  • Το τρομαγμένο παιδί (δεμένος/αγχωμένος/παγωμένος) κόλλησε στη μητέρα του.
  • The frightened child clung to her mother.
  • Το 'φοβισμένος' είναι το πιο ουδέτερο. Το 'τρομαγμένο' έχει μεγαλύτερη ένταση.