φωλιά /foˈlʲa/ NounEnglishnest한국어보금자리ExampleΗ αετοφωλιά επέστρεψε στη [φωλιά] της ψηλά στον γκρεμό.The eagle returned to its nest high on the cliff.Η λέξη 'φωλιά' έχει μια βαθιά ζεστασιά, συνδεδεμένη με την ασφάλεια.