φορμάτ /forˈmat/ Noun
- English
- format
- 한국어
- 형식 (Format)
Example
- Το **μορφότυπο** (διάταξη / δομή / τρόπος) του νέου τηλεπαιχνιδιού αποδείχθηκε δημοφιλές.
- The format of the new quiz show has proved popular.
- Εδώ το 'μορφότυπο' είναι η πιο επίσημη επιλογή.