φωτισμός /fo.tiˈzmos/ NounEnglishlighting한국어조명ExampleΤο εστιατόριο έχει πολύ ρομαντικό [φωτισμό].The restaurant has very romantic lighting.Εδώ το 'φωτισμός' είναι η ατμόσφαιρα που δημιουργείται από τα φώτα.