Προβάλλω / Πρόσοψη /proˈvallo/ NounEnglishfront한국어앞 (ap) / 겉모습 (geot-mo-seup)ExampleΗ πρόσοψη του παλιού αρχοντικού πλέκεται με κισσό.The front of the building was covered with ivy.Η 'πρόσοψη' είναι η πιο κομψή επιλογή για κτίρια.