Fitness (Φίτνες) /ˈfɪtnəs/ Noun

English
fitness
한국어
건강 관리

Example

  • Η τακτική άσκηση είναι το κλειδί για τη διατήρηση της καλής [Φυσική κατάσταση] (διατηρώ/διατηρώ/διατηρώ) — η βάση της καλής υγείας.
  • Regular exercise is key to maintaining good fitness.
  • Το 'διατηρώ' τονίζει τη συνεχή προσπάθεια.