γκάλον /ˈɡalɔn/ Noun

English
gallon
한국어
갤런

Example

  • Το βυτιοφόρο μετέφερε δεκάδες χιλιάδες γκάλλων καυσίμων. (Το ρήμα 'μεταφέρω' είναι τέλειο εδώ.)
  • The tanker carried 130,000 gallons of fuel.
  • Στην πράξη, οι Έλληνες λένε απλά 'τόνους' ή 'λίτρα' για καύσιμα, αλλά το γκάλλων μπαίνει σε τεχνικές αναφορές.