κοινότυπο /ko.iˈno.ti.po/ Adjective

English
generic
한국어
특색 없는

Example

  • Η έκθεση χρησιμοποίησε **γενική** γλώσσα για να αποφύγει να πάρει θέση.
  • The report used generic language to avoid taking a side.
  • Εδώ το 'γενική' (generic) υποδηλώνει έλλειψη εξειδίκευσης.