γενετικός /ʝenetikós/ AdjectiveEnglishgenetic한국어유전적ExampleΈχει μια γενετική προδιάθεση για καρδιοπάθειες. (Κληρονομικότητα / Έμφυτη / Γονιδιακή)She has a genetic predisposition to heart disease.Εδώ τονίζουμε την εγγενή βιολογική τάση.