γούνα /ˈɣu.na/ NounEnglishfur한국어퍼 (Fur)ExampleΗ γάτα χτένιζε τη {γούνα} της σχολαστικά.The cat groomed its fur meticulously.Χρησιμοποιούμε το ρήμα 'χτενίζω' (imperfective) για συνεχή δράση.