Γραμματέας /ɣrɐmɐˈte̞as/ NounEnglishsecretary한국어비서ExampleΗ νομική [γραμματέας] ετοίμασε τα έγγραφα για την ακροαματική δικαστηρίου.The legal secretary prepared the documents for the court hearing.Εδώ τονίζεται η εξειδίκευση στο νομικό πεδίο.