γυμνός /ʝiˈmnos/ Adjective

English
naked
한국어
벌거벗은

Example

  • Σφίγγονταν με το σεντόνι γύρω από το **γυμνό** της σώμα.
  • She was clutching the sheet around her naked body.
  • Η λέξη 'σώμα' είναι ουδέτερου γένους, άρα 'γυμνό'.