χτυπάω /xtiˈpao/ Ρήμα

English
slap
한국어
뺨을 때리다 / 대박이다

Example

  • Της έδωσε ένα δυνατό χαστούκι (χαστουκίζω / δίνω μια / χτυπώ με την παλάμη) — της χτύπησε το μάγουλο δυνατά.
  • She slapped his face hard.
  • Το «χαστούκι» είναι η πιο άμεση και συχνή λέξη για το χτύπημα με την παλάμη.