σε μεγάλο βαθμό /se ˈmeɣalo vathˈmo/ Επίρρημα
- English
- heavily
- 한국어
- 상당히 / 깊게
Example
- Η περιοχή χτυπήθηκε **βαριά** από την καταιγίδα. [Πλήττεται / Υπέστη / Δέχτηκε]
- The region was heavily damaged by the storm.
- Εδώ το 'βαριά' τονίζει την καταστροφή, είναι η πιο φυσική επιλογή.