καταγραφή /kataˈɣrafi/ Noun

English
recording
한국어
녹화/녹음

Example

  • Η **ηχογράφηση** ήταν πεντακάθαρη. (αποτύπωση / καταγραφή / απομνημόνευση)
  • The audio recording was crystal clear.
  • Το 'πεντακάθαρη' τονίζει την ποιότητα του ήχου.