ιδεολογικός /i.ðe.o.loˈʝi.kos/ AdjectiveEnglishideological한국어이념적인ExampleΟι δύο παρατάξεις έχουν θεμελιώδεις **ιδεολογικές** διαφορές.The two parties have fundamental ideological differences.Εδώ τονίζεται η ριζική διαφορά στις βασικές αρχές.