Ηγεσία /iʝeˈsi.a/ NounEnglishleadership한국어리더십ExampleΗ ομάδα άνθισε κάτω από την [Ηγεσία] της. (Ηγεσία / Πρωτοπορία / Καθοδήγηση)The team flourished under her leadership.Εδώ τονίζεται η ικανότητα και η επιρροή.