ηγούμαι /iˈɣume/ Verb

English
lead
한국어
이끌다

Example

  • Αν εσύ [ηγούμαι] (οδηγώ / προπορεύομαι), εγώ θα ακολουθήσω.
  • If you lead, I'll follow.
  • Εδώ χρησιμοποιείται το «ηγούμαι» για την έννοια της καθοδήγησης.