ηλεκτρισμένος /ilektriˈzmenos/ Adjective

English
electric
한국어
전기(Electric)

Example

  • Η εταιρεία μεταβαίνει σε έναν στόλο εντελώς [ηλεκτρικός/ηλεκτρικά] οχήματα.
  • The company is transitioning to an entirely electric fleet.
  • Στην πράξη, χρησιμοποιείται η ουδετέρας μορφή 'ηλεκτρικά' ως επιρρηματικός προσδιορισμός.