ηλιακός /i.laˈkos/ Επίθετο

English
solar
한국어
태양의

Example

  • Οι [ηλιακοί] συλλέκτες είναι εξαιρετικά αποδοτικοί.
  • The solar panels are highly efficient.
  • Η λέξη 'ηλιακοί' εδώ είναι η πιο άμεση και τεχνική επιλογή.