Ίδρυμα /iδriːˈma/ Noun
- English
- institute
- 한국어
- 연구소
Example
- Η έκθεση συντάχθηκε από τα πέντε κορυφαία οικονομικά ερευνητικά ινστιτούτα της Γερμανίας.
- The report was compiled by Germany's five leading economic research institutes.
- Εδώ τονίζεται η ερευνητική και τεχνική φύση.