ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΩ / ΑΝΤΙΜΑΧΟΜΑΙ /kənˈtɛnd/ Ρήμα
- English
- contend
- 한국어
- 주장하다 / 겨루다
Example
- Θα **ισχυριζόμουν** (θα υποστήριζα) ότι η σκέψη του υπουργού είναι εσφαλμένη σε αυτό το σημείο.
- I would contend that the minister's thinking is flawed on this point.
- Εδώ το 'ισχυρίζομαι' είναι η πιο κομψή επιλογή για διαφωνία.