ηθοποιός /i.θo.piˈos/ Noun
- English
- actress
- 한국어
- 배우
Example
- Η νεαρή ηθοποιός πήρε τον πρώτο της μεγάλο ρόλο σε σειρά του Netflix.
- The young actress landed her first major role in a Netflix series.
- Η χρήση του 'η' καθιστά σαφές το γένος χωρίς επιπλέον λέξεις.