ίχνος /ˈiχnos/ Ουσιαστικό

English
trail
한국어
등산로 / 자취

Example

  • Το αίμα άφησε ένα το ίχνο που οδηγούσε στην πόρτα.
  • A trail of blood led to the door.
  • Εδώ το 'ίχνος' είναι πιο δραματικό από το απλό 'σημάδι'.