Καλώδιο /kaˈloðio/ NounEnglishcable한국어케이블ExampleΗ οπτική ίνα [συνδέω/συνδέσω] την ταχύτητα στο διαδίκτυο.The fibre-optic cable provides high-speed internet.Εδώ χρησιμοποιούμε το 'συνδέω' (imperfective) για τη συνεχή παροχή.