κανονικά /ka.no.niˈka/ Επίρρημα

English
properly
한국어
제대로

Example

  • Πόσα χρήματα χρειαζόμαστε για να κάνουμε τη δουλειά [καλώς] — ή [όπως πρέπει];
  • How much money do we need to do the job properly?
  • Το 'καλώς' εδώ τονίζει την ποιότητα της εκτέλεσης, όχι απλώς την ορθότητα.