Καπιταλισμός /kapi.ta.liˈzmos/ Noun

English
capitalism
한국어
자본주의

Example

  • Η άνοδος της βιομηχανικής **καπιταλιστικής οργάνωσης** (κεφαλαιοκρατία / ελεύθερη αγορά / αγοραίος τρόπος) άλλαξε τον κόσμο.
  • The growth of industrial capitalism changed the world.
  • Εδώ τονίζουμε την δομική αλλαγή που έφερε.